Τετάρτη 7 Μαρτίου 2012

Η επέλαση της πλεονεξίας


του Νικολάου Γεωρ. Κατσούλη, φιλολόγου
«πολλάκις δε και όλας
πόλεις
χρημάτων ένεκα
εξανδραποδίζονται»

(Ξενοφώντος, Συμπόσιον, iv, 34-36).

Μερικές φορές απορεί κανείς και θαυμάζει βλέποντας ανθρώ�ους πάμφτωχους, να ευχαριστούν τον θεό δια άπαντα τα ελέη που τους δίδει και να θεωρούν εαυτούς πλουσίους εν ώ δεν έχουν παρά μόνον τα απαραίτητα. Πώς αλήθεια μπορούν και υπερηφανεύονται εν ώ έχουν τόσα λίγα; Το ίδιο ζήτησε και ο Σωκράτης από τον Αντισθένη να του το εξηγήση. Και τότε ο μεγάλος κυνικός φιλόσοφος του είπε: «Υπερηφανεύομαι, γιατί νομίζω, φίλοι, ότι οι άνθρωποι τον πλούτο και την φτώχεια δεν τα έχουν στο σπίτι, αλλά στην ψυχή»!

Σπουδαία λόγια, ενός μεγάλου στην ψυχή ανδρός. Ό,τι τελικώς κάνει φτωχόν έναν άνθρωπο, μιαν οικογένεια, μιαν πόλιν, μια χώρα δεν είναι η έλλειψις υλικών πόρων, αλλά η άδεια των ψυχή. Πάει καιρός τώρα, που οι δύσμοιροι εμείς παραπονούμαστε, και δικαίως, διότι κάποιοι ανάλγητοι εμείωσαν το εισόδημά μας και τω όντι δεν έχουμε να θρέψωμε ούτε τους εαυτούς μας, ούτε τις οικογένειές μας. Αλλά απορίας άξιον είναι ότι ούτε ένας από εμάς δεν ηυρέθη να βγή, να διαμαρτυρηθή, να κραυγάση γιατί τόσα χρόνια κάποιοι μας αδ�ιάζουν πάρεξ του κορβανά και την ψυχή μας.

Και ποιοι είναι οι άδειοι στην ψυχή; Πώς μας άδειασαν την ψυχή; Ας θαυμάσουμε τις πράξεις μας και τους εαυτούς μας. «Γιατί βλέπω πολλούς απλούς ανθρώπους, οι οποίοι εν ώ έχουν πάρα πολλά χρήματα, νομίζουν ότι είναι τόσο φτωχοί, ώστε υποβάλλονται σε κάθε κόπο και κάθε κίνδυνο με τον όρο να αποκτήσουν περισσότερα. Γνωρίζω δε και αδέρφια, που εν! ώ έχ ουν κληρονομήσει τα ίδια, ο ένας απ' αυτούς έχει όσα του αρκούν δια τις ανάγκες του και περισσότερα, εν ώ ο άλλος στερείται τα πάντα». Μας κάνανε ή γίναμε μοναχοί μας δυο τύποι ανθρώπων. Αυτοί που κάνουμε τα πάντα δια την ύλη κι αυτοί που εν ώ την βρήκαμε δεν την ευχαριστιόμαστε και ζούμε μες την μίζερη αθλιότητα.

Οι πρώτοι από εμάς δουλεύουμε ωςδούλοι μέρα και νύχτα στο κυνήγι αυτής, θέτ�ντας σε κίνδυνο ακόμα και την προσωπική σωματική και ψυχική υγεία μας ή και πηγαίνοντας ενάντια σε γραπτούς και αγράφους νόμους, στο όριον της παρανομίας απέναντι σε ανθρώπους και θεό δια να μπορούμε να απολαύσωμε όσο το δυνατόν περισσότερα. Οι άλλοι, κι αυτοί δυστυχισμένοι, αν και έχουν να συντηρηθούν, θεωρούν τον εαυτόν τους πάμφτωχο, ότι τίποτα δεν κατόρθωσαν κι εν ώ θα μπορούσαν να ζούν ευτυχισμένοι, το σαράκι της ψυχής των τους κατατρώγει και δεν τους αφίει να ηρεμήσουν, να ασχοληθούν με κάτι το ανώτερο, αλλά πεθαίνουν έτσι, σαρακοφαγωμένοι. Τι λε! ίπει και στους δύο τύπους, κατηγορίες ανθρώπων από εμάς; Η γνώσις της υπάρξεως κάτι σπουδαιότερου της ύλης, κάτι περισσότερου θεϊκού, ανώτερου πνευματικού, στο οποίον αυτή μπροστά του είναι και μοιάζει με το τίποτα.

Η ύπαρξις του φωτός, του κόσμου των ιδεών.

Αυτό το φώς δεν το κυνηγήσαμε όταν μπορούσαμε. Δεν μας έμαθαν τον τρόπο να το δούμε, να το ζητούμε, όταν ευκαιρήσαμε. Στοιχεία κυνικής φιλοσοφίας ούτε για δείγμα δεν μας δώσαν στα σχολεία μας και τον ομολογιακό χαρακτήρα του μαθήματος του χριστιανισμού, του καταλληλοτέρου της διδαχής των εννοιών της εγκρατείας και ολιγαρκίας μας τον αλλοίωσαν. Γιατί η θέασις του φωτός, κατ' ανάγκην προυποθέτει εν μέρει την επάρκεια και των ολίγων υλικών αγαθών, τα οποία τω όντι μοιάζουν απαραίτητα δια να αποσυγκολληθώμε από την μ�! �ριμ� �α της επιβιώσεως. Και αυτήν την προϋπόθεσιν μας την στερήσαν οι ηγεμονίσκοι, δια το ίδιο ακριβώς μικρόβιον της ψυχής που κύκλους κάνει σ' όλους, κι έτσι μας απόκοψαν απ' το φώς δια παντός. «Αυτοί οι τύραννοι, έχουν τέτοιαν δίψα δια τα χρήματα, ώστε κάνουν πολύ χειρότερα απ' τους πιο φτωχούς. Από φτώχεια δηλαδή άλλοι κλέβουν, άλλοι λεηλατούν τάφους, άλλοι εμπορεύονται ανθρώπους. Αυτοί όμως οι τύραννοι εξοντώνουν ολόκληρες οικογένεις, σκοτώνουν ομάδες ανθρώπων και πολλές φορές υποδουλώνουν ολόκληρους λαούς με σκοπό τα χρήματα».

Και πιστεύουμε τώρα πια εμείς οι κλέπτες απ' ανάγκη για να ζήσουμε, οι ιερόσυλοι, οι σωματέμπορες αλλά και οι τύραννοι που μας ηγεμονεύουν, που μας ξεπουλήσανε σταδιακώς, που σκοτώσανε τις οικογένειές μας, και πολλούς συνάνθρώπους μας έριξαν στον δρόμο, ότι είναι δυνατόν να ζήσωμεν ανώτερα, να δούμε έστω κατ' ολίγον το θείο φώς;