Σάββατο 30 Ιουνίου 2012

Η πόρτα

«Θα αφήσω ανοιχτά,
για να περνάς
από μέσα μου
φεύγοντας».

(Γιοβάννα, από την ποιητική Συλλογή «Κατάσαρκα» - εκδ. Κέδρος)


Στροφή στην γωνία βιαστική και μπουμ! Πέφτεις πάνω σε μια γλάστρα. Μια γλάστρα στο πεζοδρόμιο. Αστεία εικόνα η παραλίγο χαμένη ισορροπία σου, παραπατάς και τσουπ στέκεσαι στα τακούνια σου για να τραβήξεις τα μαλλιά σου πίσω με τα γυαλιά και να χαζέψεις το φυτό. Δηλαδή, τι να χαζέψεις; Να το ξαναμυρίσεις. Σου έσπασε την μύτη η δυνατή μυρωδιά της γαρδένιας. Ανόητη η σκέψη σου, αλλά την λες φωναχτά: «Καλά, ποιος βλάκας άλλαξε θέση στην γαρδένια; Θα ξεραθεί!».

Κοιτάς από δω, κοιτάς από κει μπας και σου σφυρίξει κανείς κλέφτικα ότι έκανε την παλαβωμάρα. Λες και είναι το πιο φυσιολογικό να βρίσκεται μια γλάστρα με γαρδένια στην γωνιά του πεζοδρομίου. «Κάποιο λάκκο έχει η φάβα» σκέπτεσαι και ξανακοιτάς μπας και βρεις την πέτρα του σκανδάλου.

Κάνεις να φύγεις, αλλά διαπιστώνεις πως σε καθηλώνει η γαρδένια στο ίδιο τετραγωνικό. Σαν να είσαι βιδωμένη. Πάντα η μυρωδιά της ήταν ναρκωτική για σένα, σχεδόν νιρβάνα. Σε κατηύθυνε. Κάθεσαι στο πεζοδρόμιο. Ανάβεις τσιγάρο, φοράς τα γυαλιά και περιμένεις. Τι ακριβώς δεν ξέρεις. Πάντως κάτι περιμένεις. Ή σε περιμένει. Κλείνεσαι στον εαυτό σου και θυμάσαι με πόσους ανθρώπους έχεις μοιραστεί αυτήν την μυρωδιά. Σε πιάνο μπαρ 'για το καλωσόρισες', σε αυτόκίνητο 'για να συνοδεύει κάτι μυρωδάτο το άρωμά σου', σε γραφείο 'για να ξεκινήσει όμορφα η μέρα σου πλά� στον καφέ'. Πού πήγαν αυτά τα χρόνια, αναρωτιέσαι. Πότε ο καφές συνοδεύεται μόνος του, από πότε έχεις να βρεις γαρδένια στο αυτοκίνητο του συνοδού; Είσαι καλά με σένα, απολύτως αυτόνομη, αλλά κάτι μοιάζει να λείπει. Πας παρακάτω; Τολμάς να πας την σκέψη σου παρακάτω; Πας ... και σε βρίσκεις να χαμηλώνεις για να πιάσεις ουρανό. Χαμηλώνεις το βλέμμα για να κρατήσεις τον κόμπο στον λαιμό που σου κάνει επίθεση. Πού είναι πια οι γαρδένιες σου; Εκείνες που κρατούσες αναμνηστικές μετά από κάθε όμορφη βραδιά; Τις πέταξες, θυμάσαι; Όταν ένοιωσες πως μπορούσες να ζ�! �σει� � και χωρίς αυτές, ή μάλλον χωρίς την νοσταλγική τους σκέψη, τις πέταξες. Σε μια σακούλα σούπερ-μάρκετ. Ήθελες να ξεφορτωθείς. Σκέψεις, συναισθήματα, πίκρες, γέλια, μυστικά. Την ζωή σου. Μαζί με τις γαρδένιες σου, έσκισες φωτογραφίες, γράμματα. Όλα σε μια σακούλα σούπερ-μάρκετ. Στιγμές στο νάϋλον, στο πλαστικό. Πω πω... τι χάλι... τα θέλεις όλα πίσω, αλλά...

Σηκώνεσαι αποφαστικά. Παίρνεις αγκαλιά την γλάστρα με την γαρδένια, κοιτάς επίμονα και ερευνητικά γύρω σου και τινάζεις τα μαλλιά. Αναζητάς κάποιον για να του πεις ότι παίρνεις την γλάστρα κοντά σου. Κανείς πουθενά. Ούτε αδέσποτο. Το συνηθίζεις να μιλάς μόνη σου. Ή να λες τις σκέψεις σου φωναχτά: «Δεν ξέρω από πού ξεφύτρωσες, αλλά τώρα έρχεσαι μαζί μου. Θα σου λέω κάθε μέρα ''καλημέρα'' και συ θα μου δίνεις την μυρωδιά σου. Θα σου δίνω σκιά, νερό και μια ασπιρίνη. Εσύ μόνο θα μυρίζεις. Και θα μου αφήνεις και την πόρτα σου ανοιχτή κάπου-κάπου για να περπατώ σ�ον παρελθόν μου, ναι;» της λες.

«Σύμφωνοι» ακούς από πίσω. Αααα... ο Παύλος! Ο πρώτος σου έρωτας. «Σε βλέπω κάθε μέρα που περνάς από δω. Μένω στον ημιόροφο αυτής της πολυκατοικίας. Και ήθελα πολύ να σε προσκαλέσω στον γάμο μου. Βρήκα λάθος τρόπο;» σε ρωτά. Χαμογελάς και τον αγκαλιάζεις σφιχτά. «Βρήκες τον πιο απρόβλεπτο», απαντάς. «Είναι επειδή δεν ξέχασα τότε που χωρίσαμε, τι μου είχες πει: «Αφήνω πόρτα ανοιχτή, για να μην ψάχνεις το κλειδί...», απαντά.

Χαμογελάς. Παίρνεις πάλι αγκαλιά την γαρδένια σου και χώνεις εκεί μέσα το πρόσωπο. Τόσα χρόνια πίσω. Είναι τόσο όμορφο να νοιώθεις τον άλλο κατάσαρκο στην ψυχή σου!

- «Με το καλό ο γάμος. Θα έρθω υπό έναν όρο...»
- «Παντού θα υπάρχουν γαρδένιες... «Δεν είναι ότι σ'αγάπησα. Αγάπησα». *

*στίχος της Γιοβάννας.