Κυριακή 28 Οκτωβρίου 2012

Aυτοί που μίλησαν με το Θάνατο (Η ταινία) - ΑΦΙΕΡΩΜΑ


Η πλέον "αληθινή" και πρωτοπόρα ταινία με θέμα την αντίσταση στους δρόμους της Αθήνας ενάντια στον Γερμανικό και Ιταλικό Φασισμό...

Γράφει ο Πύρινος Λόγιος

Την εποχή εκείνη, οι λεγόμενες "εθνικοπατριωτικές" ταινίες ήταν στην ατζέντα σχεδόν του κάθε Ελληνα κινηματογραφικού παραγωγού. Τη σκυτάλη κρατούσε ο παραγωγός Τζαίημς Πάρις, ο οποίος, έχοντας μεγάλες "άκρες" μέσα στο δικτατορικό καθεστώς, μπορούσε να έχει στη διάθεσή του ...όλα τα ...μέσα για να γυρίζει τέτοιου είδους φίλμ, που χρησιμοποιούνταν κυρίως για προπαγανδιστικούς λόγους.

Μία απο αυτές ήταν και το "Στα Σύνορα της Προδοσίας", που για ...χάρη του, παραχωρήθηκε η ...άδεια τότε Βουλή για να ...χρησιμοποιηθεί για ...εσωτερικά γυρίσματα!!!

Ναί, μιλάμε για τέτοια ξεφτίλα!

Ο μόνος ασφαλώς που, εκ των πραγμάτων δεν επρόκειτο να ακολουθούσε τέτοια πολιτική (και λέμε "εκ των πραγμάτων", διότι ήταν φλογερός πατριώτης με μέγα σεβασμό στους θεσμούς της πατρίδας του) ήταν ο Φιλοποίμην Φίνος.
Πέραν του γεγονότος οτι είχε δικά του στούντιο, τα μεγαλύτερα στα Βαλκάνια και ένα απο τα πέντε μεγαλύτερα της Ευρώπης, ο Φίνος ως Ελληνας πάνω απ όλα, σεβόταν βαθύτατα τόσο την Ιστορία της πατρίδας του, όσο και τους Θεσμούς της κι ακόμη περισσότερο, επειδή είχε ζήσει στο πετσί του την ταραγμένη περίοδο 40-44, τόσο ως πολεμιστής του μετώπου, όσο (αργότερα) και ως Αντιστασιακός (είχε καταδικαστεί σε θάνατο απο τους Γερμανούς το 1944, αλλά γλύτωσε τη τελευταία στιγμή το εκτελεστικό απόσπασμα).

Τα σενάρια για εθνικοπατριωτικές ταινίες, ήσαν στοιβαγμένα πάνω στο γραφείο του στην οδό Χίου, αλλά κάνένα απο αυτά δεν είχε αυτό που ήθελε εκείνος. δηλαδή την ΑΛΗΘΙΝΗ εικόνα της Κατοχής, όπως εκείνος την είχε ζήσει.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης, ως μόνιμος συνεργάτης του απο το 1961 με τον "Κατήφορο" και λάτρης της ανήσυχης νεολαίας και των επιδιώξεων που εκείνη έτρεφε την εποχή εκείνη, γνώριζε γι αυτή του την επιθυμία και μια μέρα, του φέρνει την δική του ..."εκδοχή" για μια εθνικοπατριωτική ταινία, η οποία θα είχε ως θέμα της όχι πλέον τα...ηρωικά σαμποτάζ διαφόρων "ομάδων" ανταρτών (τέτοια ήταν τα περισσότερα θέματα των ταινιών αυτών εκείνης της περιόδου με τα κατατάτης υποστάθμης ψευτο-εφφέ και την επίσης κατοτάτης μορφής σκηνοθεσία), αλλά την εικόνα των ΑΛΗΘΙΝΩΝ, καθημερ�νών Ελλήνων πολιτών, που πέθαιναν στους δρόμους της πόλης απ τη πείνα και τις κακουχίες. Αλλά προπάντων, ο Δαλιανίδης ήθελε να δώσει το θέμα του μέσα απο τη μεριά της νεολαίας της εποχής, που έκανε τη δική της αντίσταση και μιλούσε καθημερινά με τον ίδιο το Θανατο, φέρνοντας πιο κοντά τη μέρα της λευτεριάς.
Ολων αυτών δηλαδή των ανωνύμων νεαρών Ελλήνων, που έδωσαν τον υπερ πάντων Αγώνα, πρώτα στα χιονισμένα αλβανικά βουνά γράφοντας το Επος του '40 και ύστερα είτε στους δρόμους της πρωτεύουσας, είτε στα σκαλοπάτια και στους διαδρόμους των πανεπιστημίων όπου φοιτούσαν.

Ο μεγάλος Φιλοποίμης Φίνος
Ο Φιλοποίμην ενθουσιάστηκε με το κόνσεπτ, που θύμιζε έντονα τον "Νόμο 4000", μόνο που τα προβλήματα των νέων αυτή τη φορά, δεν ήταν κοινωνικά, αλλά αντιστασιακά και πατριωτικής υφής, δίνει εντολή στο alter ego του, τον διευθυντή των στούντιο του Μάρκο Ζέρβα, να βγάλει προϋπολογισμό, "φορτώνοντας" αρκετά την ταινία με σκηνικά που αναπαριστούσαν την Αθήνα της Κατοχής, έγχρωμη φωτογραφία και γενικώς για ταινία υψηλού επιπέδου, που θα "περπάταγε" και στην υπόλοιπη Ευρώπη.

Το μοτίβο του σεναρίου και γενικώς η εικόνα της ταινίας, έμοιαζε σαν ένα μιούζικαλ - κωμωδία, αλλά απ την ...ανάποδη. Δηλαδή, σαν να είχε πάρει ο Δαλιανίδης τους νεαρούς του στάρ απο το πλατώ όπου γύριζαν μια έγχρωμη μουσική κωμωδία απο αυτές που συνήθιζε να γυρίζει κατα καιρούς και τους ...μετέφερε σε ένα άλλο πλατώ και σε μια άλλη εποχή, όπου οι ανησυχίες τους δεν είχαν πλέον να κάνουν με τη μουσική ή τον έρωτα ή την ..."αποκατάσταση", αλλά με έναν σκληρό και απάνθρωπο πόλεμο ενάντια σε έναν απο τους πλέον χειρότερους κατακτητές που πέρασαν απτ΄άγια τούτα χώματα. Γι αυτό και η ταινία είχε τεράστια απήχηση στους ίδιους τους νέους της δεκαετίας του 70 πλέον, γιατί έβλεπαν τους ίδιους τους εαυτούς τους σε μια διαφορετική θέση. Α

Ας μη ξεχνάμε άλλωστε, πως εκείνα τα χρόνια, στα πολιτικά πράγματα της πατρίδας κυριαρχούσε ένας άλλος "φασισμός", αυτός του δικτατορικού καθεστώτος της 21ης Απριλίου και οι συνειρμοί ήταν έντονοι. Μεγάλη μερίδα της νεολαίας τότε, έκανε κι εκείνη τη δική της "αντίσταση" στον ολοκληρωτισμό των "Απριλιανών" και τα μηνύματα που απέρρεαν απο την ταινία ήταν έντονα και απτά, παρ΄ ό,τι δεν υπήρχε, τουλάχιστον επιφανειακά, το λεγόμενο "πολιτικό" μήνυμα. Υπέβοσκε όμως και αυτό ήταν ένα απο τα ατού της ταινίας.

Το στόρυ του σεναρίου, πολύ σωστά δομημένο και χωρίς περιττούς μελοδραματισμούς, ξετυλίγεται αβίαστα, χωρίς να ...τραβιέται απ τα μαλλιά. Είναι η ιστορία μια νεανικής παρέας της εποχής, που αποτελείτο απο τέσσερα αγόρια κι ένα κορίτσι. Είναι η ιστορία του σεμνού "αριστοκράτη" αλλά συνάμα και γενναίου Κώστα, του ιδεαλιστή αλλά αλλοπρόσαλου Πάνου, του συνετού και ...οργανωτικού Νέστωρα (εκλπηκτικός ο συνδιασμός του ονόματος του ήρωα με αυτό του "ομηρικού" βασιλιά της Πύλου), του "ψυχρού" επαγγελματία Αντώνη, του "κωμικού" της παρέας και ανοιχτόκαρδου Γιάννη καιτης ...ωραίας της συντροφιάς, Μάρθας. Μια παρέα, ακριβής απεικόνισης αντίστοιχων νεολαίστικων παρεών της εποχής του μεσοπολέμου, με όνειρα, επιδιώξεις, ερωτικές ανησυχίες και δίψας για ζωή.

Ο πόλεμος τους αναστατώνει και αλλάζει ριζικά τη ζωή τους, μετατρέποντάς τους πλέον σε γενναίους πολεμιστές, έτοιμους να θυσιαστούν για τα ιδανικά της πατρίδας τους. Ο έρωτας, ακόμη και μέσα σε αυτές τις σκληρές μέρες, δεν θα μπορούσε να λείψει φυσικά και ρίχνει τα βέλη του στους...ωραίους της συντροφιάς, τον Κώστα και τη Μάρθα. Ενας έρωτας όμως που δεν είναι αποδεκτός απο όλους και ειδικά απο τον "αντίζηλο" του Κώστα, τον Πάνο (που είναι χρόνια ερωτευμένος με τη Μάρθα), αλλά και τον πατέρα του Κώστα, τον Λυκούργος Βενέτη, πλούσιου επιχειρηματία, που ο πόλε�ος τον είχε καταστρέψει. Αυτή του η οικονομική καταστροφή, τον οδηγεί στο να γίνει διερμηνέας των Γερμανών και δοσίλογος, βρίσκοντας έτσι τον τρόπο να αποκατασταθεί και πάλι οικονομικά και να επιστρέψει στην άνετη διαβίωση, προτιμώντας να σκοτώνει συμπατριώτες του παρά να αντισταθεί μαζί τους σε αυτή τη λαίλαπα των βαρβάρων κατακτητών. ( Βλέπετε μήπως κάτι...γνώριμο με τη σημερινή εποχή σε αυτό το σημείο; Αν ναί, κερδίσατε.)

Η παρέα δοκιμάζεται, όταν ο πατέρας του Κώστα, ο Λυκούργος Βενέτης, στη προσπάθειά του να αποτρέψει μια και καλή αυτόν τον έρωτα που αναπτυσσόταν ανάμεσα στο γιό του και στη Μάρθα, φτάνει στο σημείο να συλλέξει πληροφορίες για τη δράση των παιδιών και να τους παραδώσει όλους με προδοσία, στα νύχια της Γκεστάπο. Οι υποψίες της παρέας για την άνανδρη προδοσία στρέφονται στο πρόσωπο του Κώστα, ο οποίος και άφήνεται τελικά ελεύθερος, ενώ η υπόλοιπη παρέα εξοντώνεται σιγά σιγά, μέσα απο τα φρικτά βασανιστήρια και τις άδοκες απόπειρες δραπέτευσης. Ο γλυκύτατος κ�μικός της παρέας Γιάννης, αυτοκτονεί, πέφτοντας απ το παράθυρο του φωταγωγού μή μπορώντας να αντέξει το οτι δεν άντεξε τα βασανιστήρια και μίλησε για την οργάνωση, ενώ ο αψύς Πάνος, προσπαθώντας να διαφύγει πηδώντας απο το καμιόνι που τους μετέφερε σε άλλο κρατητήριο, και σκοτώνεται απο τις ρυπές των πολυβόλων των φασιστών....

Το τελικό και ελπιδοφόρο "χάππυ έντ" της ταινίας (η Μάρθα, ο Αντώνης και ο Νέστορας που τελικά γλύτωσαν απο τα πολυβόλα του εκτελεστικού αποσπάσματος, μαζί με τον Κώστα που πλέον ήταν απολύτως αποδεκτός μιας και είχε αποδειχτεί η αθωότητά του) δεν μειώνει σε καμιά περίπτωση την ίδια την ταινία. Διότι αφ΄ενός μεν δεν έχουμε να κάνουμε πουθενά στο σενάριο με φτηνούς καμβάδες που είχαν μέσα ..."μαγικές" και "απίθανες" λύσεις και αφ΄ετέρου, μέσα απο τη σωστή δομή της πλοκής, η κατάληξη δείχνει να δομείται φυσιολογικά, ως αποτέλεσμα των συνθηκών και των πράξεων τ�ν ηρώων του έργου. Πράγμα σχετικά σπάνιο για ελληνική ταινία.

Aπο τους κύριους συντελεστές της ταινίας, ξεχωρίζουν ο Γιώργος Αρβανίτης και η εκπληκτική, υψηλού ευρωπαικού επιπέδου φωτογραφία του σε μουντό κολαριζέ στύλ, που δένει αρμονικότατα με το θέμα της ταινίας, ο αμίμητος Κώστας Καπνίσης και η ανατατική μουσική του που απογειώνει το φίλμ, ο Μάρκος Ζέρβας με τα λιτά, αλλά απόλυτα ταιριαστά με την εποχή σκηνικά του και τέλος, ο κορυφαίος Πέτρος Λύκας, που δένει αρμονικότατα τις σκηνές μέσα απο μεστό αλλά και νευρώδες μοντάζ του.

Στους κεντρικούς ρόλους τώρα, βρίσκουμε σχεδόν την ελίτ του ελληνικού σινεμά. Η Ζωή Λάσκαρη, είναι αδιαμφισβήτητη "Στάρ" της ταινίας. Μόνιμη σχεδόν πρωταγωνίστρια του Δαλιανίδη στις κωμωδίες και τα μιούζικαλ αλλά και στις δραματικές κοινωνικές του απόπειρες, αφήνει το έντονο στίγμα της και με την παρουσία της γεμίζει την ταινία. Ακολουθεί κατά πόδας ο Γιάννης Φέρτης, που με την μεστή ερμηνεία του στο ρόλο του Κώστα Βενέτη, αφήνει τη δική του σφραγίδα στο έξοχο αυτό φίλμ. Ο Χρόνης Εξαρχάκος στο ρόλο του Γιάννη, ακολουθεί τα χνάρια του ...Κώστα Βο�τσά, μιας και αυτόν στην ουσία αντικατέστησε, δεδομένου του οτι στις παρείστικες ταινίες του Δαλιανίδη ο Βουτσάς ήταν ο ...κωμικός ρόλος ("Κατήφορος", "Νόμος 4000", "Κάτι να καίει", "Κορίτσια για φίλημα"). Ο Νικηφόρος Νανέρης στο ρόλο του Νέστωρα, δίνει μια συγκινητική ερμηνεία, δείχνοντας νωρίς-νωρίς και χωρίς πολλές περιστροφές τις προθέσεις του για την μεγάλη πορεία που θα ακολουθούσε αργότερα στο Θέατρο. Η εμφάνιση του Βαγγέλη Σειληνου στο ρόλο του Πάνου ασφαλώς αξιομνημόνευτη. Κάπως λίγο έξω απ τα νερά του, μιας και ο "φυσικός" του χώρος ήταν τα μι! ούζικαλ και οι κωμωδίες όπου έπαιζε και χόρευε μαζί, αλλά αυτό περνά σχεδόν απαρατήρητο απ τους θεατές. Αλλωστε, ο μεγάλος χορευτής του θεάτρου και του κιν/φου υπήρξε συνάμα και πολύ καλός ηθοποιός, σμιλεμένος απ τα χέρια του Δαλιανίδη. Ο Παντελής Ζερβός και η Αννα Παιταζή στους ρόλους των γονιών του Νέστωρα και της Μάρθας, ανθρώπινοι και ζεστοί στο πέρασμά τους, ενώ την παράσταση και πάλι κλέβει ο "τεράστιος" Μάνος Κατράκης στο ρόλο του Λυκούργου Βενέτη. Ο άνθρωπος κυριολεκτικά ήταν μια ταινία μόνος του. Εντονος συναισθηματισμός, εκπληκτική αμ�σότητα με το ρόλο του, αληθοφανής ως το μεδούλι, ο "μέγας" Κατράκης ήταν για άλλη μια φορά..."μέγας".

Συμπέρασμα, μια πολύ μεγάλη ταινία, που κοσμεί το παλμαρέ του Ελληνικού Κινηματογράφου, γνήσιο προιόν της μεγάλης εταιρίας που "γέννησε" τον Ελληνικό Κινηματογράφο. Της Φίνος Φίλμ.

Το site της ταινίας στο Facebook ΕΔΩ